- πληθωρισμός
- Αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών, όταν στην αύξηση του χρήματος που κυκλοφορεί δεν επιφέρει μεταβολή προς την ίδια κατεύθυνση του όγκου της παραγωγής. Λέγεται νομισματικός π. όταν η αύξηση αυτή οφείλεται σε υπερβολική προσφορά χαρτονομίσματος από τα αρμόδια δημόσια όργανα για την αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων ανάγκης. Με ένα δεδομένο γενικό επίπεδο των τιμών, η αύξηση της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορεί (για την κάλυψη του σοβαρού ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού που προκαλείται π.χ. από ένα πόλεμο), αν όλες οι άλλες συνθήκες μένουν αμετάβλητες, σύμφωνα με την «ποσοτική θεωρία του χρήματος», θα προκαλέσει άνοδο στο γενικό επίπεδο των τιμών. Αν όμως εξαιρέσουμε την περίπτωση αυτή, που παρουσιάστηκε με πολύ σοβαρές μορφές κατά τη διάρκεια και έπειτα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (ιδιαίτερα στη Γερμανία, αλλά και στην Ελλάδα), η αιτία της γενικής αύξησης των τιμών, αν και σε τελευταία ανάλυση μπορεί ν’ αναχθεί πάντα σε νομισματικά φαινόμενα, πρέπει ν’ αναζητηθεί σε άλλουςπαράγοντες. Πάνω στο θέμα αυτό οι οικονομολόγοι έχουν διατυπώσει πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες, που μπορούν όμως να συνοψιστούν στις εξής δύο: στη θεωρία του «π. κόστους» και στη θεωρία του «π. ζήτησης», η πρώτη αποδίδει την αιτία του π. στις αυξήσεις των τιμών των συντελεστών της παραγωγής (ιδιαίτερα των μισθών), που προκαλούν με τη σειρά τους αυξήσεις των τιμών των τελικών αγαθών, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις στη ζήτηση των τελικών αγαθών (αυξήσεις που προκαλούνται από προβλέψεις των επιχειρηματιών, από αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, από την εξέλιξη του διεθνούς εμπορίου και πολλά άλλα στοιχεία) προκαλούν την αύξηση των αντίστοιχων τιμών: αυτό προκαλεί αύξηση της ζήτησης των συντελεστών της παραγωγής με συνέπεια να οδηγήσει σε ύψωση των τιμών τους (με τον τρόπο αυτό οι αυξήσεις στο επίπεδο των τιμών των εμπορευμάτων προκαλούν αυξήσεις στο επίπεδο των τιμών των συντελεστών παραγωγής).
Οι συνέπειες όμως του π. είναι πολύ γνωστές. Ούτε όλες οι τιμές ούτε όλα τα εισοδήματα αυξάνουν στον ίδιο βαθμό, ανοίγει η λεγόμενη βεντάλια των τιμών: ψηλότερες οι τιμές των αγαθών των οποίων η ζήτηση είναι μεγαλύτερη και η ικανοποίησή της δεν επιδέχεται αναβολή (π.χ. βασικά αγαθά, μισθοί στις αντίστοιχες βιομηχανίες)· λιγότερο ψηλές ή και σταθερές, για εγγενείς λόγους ή εξαιτίας νομικών περιορισμών, άλλες τιμές (π.χ. επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, τιμές ασφάλειας κλπ.). Ωφελούνται οι έμποροι και οι κερδοσκόποι που μπορούν ευκολότερα ν’ αποζημιωθούν με την αύξηση των τιμών τους και ζημιώνονται όσοι εισπράττουν σταθερά εισοδήματα που, εφόσον περιορίζεται η αγοραστική δύναμη του νομίσματος, βλέπουν πως μικραίνουν οι πραγματικοί μισθοί τους. Πολλαπλασιάζονται οι μισθολογικές αξιώσεις και μπαίνουμε έτσι στο φαύλο κύκλο τω τιμών-μισθών. Ωφελούνται οι οφειλέτες και ζημιώνονται οι δανειστές, που βλέπουν να ελαττώνεται το πραγματικό περιεχόμενο των απαιτήσεών τους. Ο π. τέλος, αλλάζοντας τις σχέσεις μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών τιμών, προκαλεί δυσμενή εξέλιξη του ισοζυγίου πληρωμών. Όταν φτάσει σε σημείο τέτοιο που να κλονίσει οριστικά την εμπιστοσύνη στην αγοραστική δύναμη του νομίσματος, ο π. μπορεί να προκαλέσει τη παράλυση του οικονομικού συστήματος με την εγκατάλειψη του νομίσματος ως μεσάζοντος στις ανταλλαγές και επιστροφή στον αντιπραγματισμό.
Ονομάζουμε, αντίθετα, αντιπληθωρισμό τη μείωση του γενικού επιπέδου των τιμών που παρατηρείται όταν η ποσότητα του νομίσματος που κυκλοφορεί είναι ανεπαρκής σε σχέση με την ποσότητα των προσφερομένων αγαθών. Με άλλα λόγια, έχουμε αντιπληθωρισμό, όταν το χρήμα που ξοδεύουν οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και το κράτος, για την αγορά των αγαθών που παράγονται και προσφέρονται στην αγορά, δεν είναι αρκετό για να εξασφαλίσει την πλήρη απορρόφηση των αγαθών αυτών.
Έτσι, ο αντιπληθωρισμός παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική κατάσταση των περιόδων οικονομικής ύφεσης, την οποία προσπαθούν να θεραπεύσουν προσφεύγοντας σε κατάλληλα μέτρα οικονομικής πολιτικής, που τείνουν να αυξήσουν την προσφορά χρήματος (κι έτσι τη ζήτηση εμπορευμάτων) στην αγορά. Τα μέτρα αυτά μπορεί να σχετίζονται με τη νομισματική και την πιστωτική πολιτική (μείωση του προεξοφλητικού επιτοκίου, μείωση των ποσοστών των υποχρεωτικών διαθεσίμων –ρευστότητας– των τραπεζών, αγορά κρατικών χρεωγράφων που βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια) ή με τη δημοσιονομική πολιτική (δημιουργία ελλείμματος στον κρατικό προϋπολογισμό εξαιτίας της αύξησης των δαπανών ή της μείωσης των φορολογικών επιβαρύνσεων). Ενώ όταν πρόκειται για την καταπολέμηση του π. χρησιμοποιούνται, όπως είδαμε πιο πάνω, μέτρα που επιδιώκουν τον αντίθετο σκοπό και λέγονται αντιπληθωριστικά (αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου ή των υποχρεωτικών διαθεσίμων των τραπεζών, πώληση χρεωγράφων, πλεονασματικός κρατικός προϋπολογισμός).
Τούρκικο νόμισμα αξίας 20 εκατ. λιρών (περ. 13 δολάρια ΗΠΑ), αποτέλεσμα ενός υπερβολικά αυξημένου πληρωρισμού (φωτ. ΑΠΕ).
Σούπερ Μάρκετ του Παρισιού: οι αυξήσεις τιμών των βασικών αγαθών στη Γαλλία κατά το Μάρτιο – Ιούνιο 2002 ήταν διπλάσιες του ποσοστού του πληθωρισμού για την ίδια περίοδο (φωτ. ΑΠΕ).
Τραπεζογραμμάτιο της Τράπεζας της Ελλάδας των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, που εκδόθηκε στο τέλος της γερμανικής κατοχής. Στην εξάρθρωση της ελληνικής οικονομίας είχε συντελέσει και η κάλυψη των αναγκών των στρατευμάτων κατοχής με την αθρόα έκδοση χαρτονομίσματος. Η κυκλοφορία του στο διάστημα της κατοχής (1941-1944) αυξήθηκε κατά πέντε δισεκατομμύρια φορές (από 20 σε περισσότερα από 100.000.000 δισεκατομμύρια), με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές κατά 2,3 δισεκατομμύρια φορές. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, στο τέλος του 1944, το νόμισμα αντικαταστάθηκε και η ανταλλαγή έγινε με τη σχέση: μια νέα δραχμή για 50 δισεκατομμύρια παλιές.
* * *ο, Ν(οικον.) η συνεχής μεγάλη αύξηση τού γενικού επιπέδου τών τιμών, με αντίστοιχη συνεχή και σημαντική μείωση τής πραγματικής αγοραστικής αξίας τού χρήματος.[ΕΤΥΜΟΛ. < πληθώρα + -ισμός*].
Dictionary of Greek. 2013.